ὑδρόμηλον


ὑδρόμηλον
ὑδρό-μηλον, τό, ein Trank von Wasser u. μηλόμελι

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑδρόμηλον — drink of water and neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υδρόμηλον — τὸ, ΜΑ ηδύποτο που παρασκευαζόταν με ανάμιξη νερού και μηλομέλιτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο) * + μῆλον] …   Dictionary of Greek

  • ὑδρομήλου — ὑδρόμηλον drink of water and neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑδρομήλῳ — ὑδρόμηλον drink of water and neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήλο — Καρπός που προέρχεται όχι μόνο από το μετασχηματισμό των ιστών της ωοθήκης του άνθους, αλλά και από τους ιστούς των οργάνων στήριξης του· βοτανικά είναι ένας ψευδής καρπός, αρκετά ογκώδης. Τυπικά παραδείγματα τέτοιων καρπών είναι οι καρποί των… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.